Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Ο Κυπριακός αγώνας (1955 - 1959) στη δημοτική ποίηση της Κρήτης


Γράφει ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΑΠ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, δάσκαλος - λαογράφος

(Απ’ αφορμή τις εκδηλώσεις στην πόλη μας για την αδελφοποίηση των Δήμων Χανίων και Αμμοχώστου Κύπρου, δίνομε το κείμενο της παρακάτω εργασίας μας, του 1984, μικρό δείγμα της βαθύτατης εκτίμησης και της αγάπης που τρέφομε για τους αδελφούς μας Κυπρίους. Περισσότερα, εξάλλου, είχαμε πει κατά τις εκδηλώσεις της 2.8.1999 ως ομιλητής στο Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας παρουσία Υψηλών Εκπροσώπων της Κύπρου και της Πατρίδας μας, με θέμα: “25 χρόνια από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Διαχρονικές σχέσεις Κύπρου - Κρήτης”).
Τραγουδήθηκε και ιστορήθηκε πολύ ο Κυπριακός αγώνας, γιατί το μεγαλείο του είναι σαν την βουνοκορφή του Τροόδους και του Ψηλορείτη, και δεν κρύβεται!
Τραγουδήθηκε όμως και από τον Δημοτικό τραγουδιστή της Κρήτης, γιατί, καθώς το γνωρίζουμε, δεν θα μπορούσε ν' αφήσει μεγάλο θέμα, χωρίς να το κάμει τραγούδι, να το κάμει ρίμα και μάθημα, λιγόλογο ριζίτικο και έπος, και να τ' αφήσει Δάσκαλο διδάχο και «λόγον ακριβόν», στις επερχόμενες γενεές, για να μορφώσει έτσι, επιδέξια κι' αληθινά, τη Νεότητα!
Γιατί πραγματικά, τα δημοτικά τραγούδια μας, έχουν μιαν ακατάβλητη δύναμη στο να συγκλονίζουν και να συγκινούν, με τον δωρικό λόγο τους. Μ' ένα λόγο, να διδάσκουν.
Μια περιδιάβαση, σύντομη έστω, στο χώρο του Δημοτικού ποιητή της Κρήτης, θα μας φανερώσει πόσην απήχηση είχε στην Κρητική ψυχή, ο Κυπριακός αγώνας... Γιατί το πλήθος των σχετικών δημιουργημάτων που ακουστήκανε, τραγουδηθήκανε, γίνανε κτήμα και βίωμα του Κρητικού, είναι αμέτρητο!
Δίσκοι και κασέτες κυκλοφορήσανε, φυλλάδια και συλλογές τυπωθήκανε από λαϊκούς ποιητάρηδες και μοιραστήκανε σε πανηγύρια, γιορτές, συνάξεις και συγκεντρώσεις!
Τεκμήρια αδιάσειστα, πιστεύομε, πως ήταν και είναι, ισχυρός ο αντίκτυπος του θέματος, στη συλλογική συνείδηση του λαού μας.
Είμαστε το νησί που νοιώθει πάντα, πιότερο κι απ' αδελφή με την Κύπρο, γιατί μας θυμίζει παράλληλους αγώνες και θυσίες ηρωικές που περάσαμε.
Σύγχρονος μελετητής του Κρητικού ιστορικού τραγουδιού, σε βασική μελέτη του γι' αυτό, και στο κεφάλαιο για τον «θεματικό κύκλο των τραγουδιών του Κυπριακού αγώνα», τονίζει ότι:
«μια σημαντική θεματική ομάδα μέσα στα Κρητικά ιστορικά τραγούδια της μεταπολεμικής περιόδου είναι τα τραγούδια που εμπνέονται από τους αγώνες του Κυπριακού λαού για ανεξαρτησία και τα συναφή ιστορικά γεγονότα. Τα τραγούδια αυτά, κοντά στο σεβαστό αριθμό που αντιπροσωπεύουν, είναι σημαντικά και για το λόγο ότι παρακολουθούν όλες τις κρίσιμες φάσεις του Κυπριακού!.. Παράλληλα έχομε κι ένα μνημείο για την απήχηση που είχε ο αγώνας αυτός στη συνείδηση του λαού της Κρήτης και ένα χρονικό των άμεσων αντιδράσεών του, σε κάθε σημαντικό γεγονός...»
( Ερατ. Γ. Καψωμένος: Το σύγχρονο Κρητικό ιστορικό τραγουδι, 1979, 217).
Και ξεδιακρίνει λίγο πάρα κάτω, ο ίδιος μελετητής, πως:
«...Στα τραγούδια του Κυπριακού αγώνα συναντούμε όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν το σύγχρονο - κρητικό δημοτικό τραγούδι από την παλιότερη παραγωγή και που συνιστούν τα στοιχεία μιας αναπόφευκτης προσαρμογής στις καινούριες κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τη γλωσσοτεχνική μορφή, τους φορείς και τους τρόπους διάδοσης των τραγουδιών...» (όπ. παραπάνω, σ. 218).
Διαπιστώσεις, πέρα για πέρα σωστές!
Την έμπνευσή του ο λαϊκός ποιητής της Κρήτης, την άντλησε κατ’ ευθείαν από τα γεγονότα. Γιατί πραγματικά:
Ρίγη συγκινήσεων συγκλονιστικά διατηρούνται αλησμόνητα μέσα μας, μέσα στον καθένα που τα ‘ζησε. —Η επίσκεψη -— λειτουργία και ομιλία του Εθνάρχη αείμνηστου Μακάριου, στην ιστορική και θρυλική μονή του Αρκαδίου Ρεθύμνου, όπου μαζεύτηκε ολάκερη η Κρήτη, για να τον δει, να τον ακούσει και ν’ ασπαστεί το χέρι Του!
Ήταν η αξέχαστη 8.11.1955, όταν από τον άμβωνα του Αρκαδίου, βροντοφώναζε ο Μακάριος:
«...Ευρισκόμενος την στιγμήν αυτήν εντός του ιερού αυτού χώρου της ιστορικής Μονής τον Αρκαδίου αισθάνομαι ότι ευρίσκομαι εις την υψηλοτέραν κορυφήν του Ελληνικού πατριωτισμού και της Ελληνικής αυτοθυσίας και έρχονται προ των οφθαλμών μου ο Ηγούμενος Γαβριήλ και οι θρυλικοί συνεργάται του αγνοί μεγάλοι και υπέροχοι βαδίζουν εις την λεωφόρον της Δόξης... Από τας φυλακάς των κρατουμένων πατριαρχών, από την καταδυναστευομένην Κυπριακήν ύπαιθρον και από τα ανθιστάμενα αστικά κέντρα, στρέφεται η σκέψις της Κύπρου προς την Κρήτην και αντλεί θάρρος από τους αγώνας της και δύναμιν από την αντίστασίν της. Ο βωμός της Ελευθερίας μετεφέρθη από την αθάνατον πατρίδα του Μίνωος εις την θρυλικήν πατρίδα του Ευαγόρα... Σήμερον εις την Κύπρον δοκιμάζεται η ηθική αντοχή της φυλής μας, αλλά οι κυρίαρχοι Άγγλοι δεν θα κατορθώσουν ν’ αλλοιώσουν το φρόνημά μας ή να κάμψουν την αντίστασίν μας...
...Το πνεύμα του Αρκαδίου εμπνέει και φωτίζει τον αγώνα μας. Έλληνες αδελφοί, η φλόγα του Αρκαδίου φωτίζει τον αγώνα μας και θα βαδίσωμεν τον δρόμον μας μέχρις ότου φθάσωμεν εις την κορυφήν είτε πληγωμένοι, είτε σκοτωμένοι—...»
(π. Κρητική Εστία, 1955, 5-6)
Να τώρα πώς τούτο το γεγονός μπήκε στην ψυχή της Κρήτης, πώς το δέχτηκε και πώς τόκαμε δικό της:
«Στ’ Αρκάδι έχουν σύναξη του «Νάδη οι αντρειωμένοι»
τση Κρήτης οι σταυραετοί κι οι Καστροπολεμάρχοι
γιατί ‘φτασε το μήνυμα, το χαρωπό μαντάτο
πως έρχεται ο Μακάριος ο διαλεχτός της Κύπρου
να προσκυνήσει και να δει, ν’ ακούσει και να μάθει
να πάρει γνώμη κι’ ορμηνειά κι απ’ τ’ Αρκαδίου τη φλόγα
και να γυρίσει στο Νησί, ν’ αρχίσει τον Αγώνα.
Κι όλο και φτάνουν διαλεχτοί κάθε χωριού της Κρήτης
Καπεταναίοι κι Αρχηγοί και του πολέμου άντρες,
που με τη φούχτα φάγανε οκάδες το μπαρούτι
και πάλαιψαν πολλές φορές ολόρθοι με το Χάρο
και πολεμώντας πέθαναν χωρίς να νικηθούνε...
...Και σαν εφτάσαν όλοι τους και σαν καταλαγιάσαν
ο Γούμενος ο Γαβριήλ ανάλαφρα πετιέται
πάνω σε βράχο ριζιμιό σ’ ένα ψηλό χαράκι
—στο ένα χέρι του ο Σταυρός και το τουφέκι στ’ άλλο—
και με παληκαριού φωνή σε όλους δίνει διάτα:
«Λιοντάρι Δημακόπουλε, άτρομε Κορωναίε,
με τα σπαθιά σας κάμετε αψίδα να περάσει
ο Γιαμπουδάκης να πάει μπροστά να μολογά τη στράτα
Ζερβά Γούμενε Τσουδερέ, δεξιά Δασκαλογιάννη
πίσω ο γέρο Κόρακας κι ο Καπετάν Καζάνης
Ο Αδάμης νάρθει πλάϊ μου νάναι μαντατοφόρος
και με τη Σγουρομάλλινη να στέκει η Δασκαλάκη.
Εσύ Παπά-Μαρουλιανέ να πάρεις τη Σημαία
και νάσαι συμβουλάτορας τ’ Ακρωτηριού ο Προφήτης.
Όσοι ‘χουν ασημάρματα να πιάσουν μυτιρίζια
κι οι άλλοι οι αποδέλοιποι τριγύρα να βιγλίζουν
και σαν τον δήτε νάρχεται να κάμετε σημάδι
να ηχήσουν αναστάσιμα του Αρκαδιού οι καμπάνες.
Και σαν σιμώσει για να μπει στης εκκλησιάς την πόρτα
να τον φιλήσεις σταυρωτά, εσύ Δασκαλογιάννη
εσύ η ψηλότερη «κορφή της Κρητικής θυσίας»
και να του πεις πως το φιλί το δίνει όλη η Κρήτη
κι εγώ κρατώ την Κοινωνιά να τονέ μεταλάβω.
Τότε ας βροντήσουν τ’ άρματα που να σειστεί ο τόπος...
...Να πάει στην Κύπρο ο σεισμός κι η λάμψη των αρμάτων.
Να ξαφνιαστεί ο Τρόοδος κι ο Διγενής ν’ ακούσει
ν’ αναρωτήσει και να πει, ο χαλασμός τι νάναι;
Και τότε να τ’ αποκριθεί ο γέρο-ψηλορείτης
«Όρκος στ’ Αρκάδι δίδεται για Σε Αδερφή μας Κύπρο»
(π. Κρητ. Εστία, 1957, σ. 3-4)
Άλλες συγκινήσεις πάλι, όταν Επιτροπή Κυπρίων συγκέντρωνε πολεμικά όπλα από την Κρήτη για το αδελφό Νησί. Κι εδώ μπορεί κανείς να λογιάσει πόσο δύσκολα αποσπάται το όπλο από του Κρητικού το προσκεφάλι, κι όμως τα δώσανε με πολλή συγκίνηση όλοι, για ν’άρθουν να λαλήσουν και στης αδελφής Κύπρου τα λαγκάδια, το τραγούδι της παληκαριάς!
Άλλες φορές πάλι ενισχύαμε οικονομικά τον αγώνα. Πολλοί φυλάγουν, ακόμη και τώρα, ‘κείνα τα ροζ ορθογώνια στο μέγεθος ετικέτας χαρτάκια με παράσταση αλυσοδεμένης Κύπρου να σπα τα δεσμά της, σαν να κατέχουν τίτλους τιμής.
Στα τραπέζια μας, όλο αυτό το διάστημα, κι από τότε πάντα, αντιλαλεί οπωσδήποτε ριζίτικο τραγούδι, που θυμίζει του Νησιού τον ηρωικό αγώνα.
«Ούλες οι χώρες χαίρουνται κι ούλες λευτερωθήκαν,
μα η Κύπρος η βαριόμοιρη στέκεται ■σκλαβωμένη
Εις τη σκλαβιά τήνε κρατούν οι βάρβαροι Εγγλέζοι,
τσι γιους τση τουφεκίζουνε...»
(Περιοδ. «Κρητ. Εστία», τ. 76 (1958), σ. 32).
Ή το γνωστό παλαιό ριζίτικο, προσαρμοσμένο:
«Ούλες οι χώρες χαίρουνται κι ούλες καλήν καρδιά ‘χουν
μα η Κύπρος η βαριόμοιρη στέκει αποσφαλισμένη,
τρεις χρόνους τήνε πολεμούν στεριάς και του πελάγου
κι οι πόρτες τση αραχνιάσανε...»
(Ι.Ι. Παπαγρηγοράκης Κρ. Ριζίτικα, 1957, 141)
Ή, τέλος, το αρκετά γνωστότερο απ’ όλα:
«Ακούσετ’ ίντα μήνυσε η Κύπρος εις την Κρήτη
—Κρήτη κι αν είσαι αδελφή, στείλε μου τα παιδιά σου
που ξέρουνε να πολεμούν, να σπάζουν τσ’ αλυσίδες
για να λευτερωθώ κι εγώ...»
(π. Κρητ. Θέματα, 1977, 7)
Στις εφημερίδες, εκείνης της περιόδου, των Χανίων, που ερευνήσαμε, καταγράψαμε πλήθος από δίστιχα και λαϊκές ρίμες πολύστροφες. Να μια σύντομη:
«Όποιος ποθάει την Ένωση και την Ελευθερία
ας έρθει να του διηγηθώ, μιαν νέαν Ιστορία.
(Ι)Στορία να τη μάθετε, Ιστορία να τη λέτε
κι όσοι κι αν είστε Έλληνες, την Κύπρο να την κλαίτε.
Γιατί ‘ναι με τα αίματα, η Κύπρος ζυμωμένη
και σ’ όλα τα συνέδρια, έμειν’ αδικημένη.
Σε τρύπες και σε σπήλαιους τα καίνε τα παιδιά της
ποτάμια είναι το αίμα της, σωροί τα κόκκαλά της... (εφ. Βήμα του Λαού, 11.3.1957)
Αλλά και σε αυτοτελή φυλλάδια θα δούμε πολλές ανάλογες ρίμες, όπως η παρακάτω, για τον απαγχονισμό Καραολή και Δημητρίου (1956):
«Κάθε πρωί με τη δροσιά, π’ ανοίγει το λουλούδι,
διαβάσετε να μάθετε, λυπητερό τραγούδι
Όποιοι κι αν το διαβάσουνε τα μάθια των θα κλάψουν
κι από τα φύλλα της καρδιάς, θα βαριαναστενάξουν.
Στα χίλια εννεακόσια εις τα πενήντα έξε
ήταν ο μήνας Μάιος κι είχε θαρρώ και έξε.
Μέρα Παρασκευή ‘τανε πριν καλοξημερώσει
ζώνει στρατός τσι φυλακές, όλοι μ’ εφ’ όπλου λόγχη.
Και είχαν επικεφαλής τον τύραννο τον Χάρτιγκ
να πάρουν δυο λεβέντηδες να πα να τσοι κρεμάσει.
Κι ανοίγουνε τη φυλακή και μπαίνουν και τους πιάνουν
και χειροπέδες δυνατές στα χέρια τώνε βάνουν.
Εδέσανέ τους με σκοινιά σφιχτά απού τα πόδια
μαζί με αστυνομικούς, στη ‘φημερίδα τόδα.
Καραολής ελέγετο το ένα παληκάρι
Εικοσιτριώ χρόνω» ‘τανε, με τ’ όνομα Μιχάλης.
Ο δεύτερος ελέγετο Ανδρέας Δημητρίου
νέος είκοσι ‘νιους χρονού μ’ είχε καρδιά θηρίου.
Βάνουν τσι στ’ αυτοκίνητο πάνε να τσοι κρεμάσουν
κι αυτοί γελούν και τραγουδούν, τον Χάρτιγκ δεν τρομάσουν.
Την τελευταία τους στιγμή είπαν ένα τροπάρι
Χαίρε τση Κύπρου λευτεριά, τσ’ Ελλάδας το καμάρι.
Χαίρε ΕΟΚΑ, Διγενή, χαίρε Πατρίδα Κύπρο
και να σας βλέπει ο Θεός, να βγάλετε το δίκιο...
...Χάρντιγκ κακούργε αιμοχαρή, δήμιε, δολοφόνε
πούχεις αξία και τιμή, απ’ ούχουνε κι οι π...ες...
... Σκοτώνεις, δέρνεις και κρεμνάς. Σαν πόσους θα σκοτώσεις;
Ανέ σε πιάσει ο Διγενής, ούλα θα τα πλερώσεις...
...Χάρντιγκ, στρατάρχη, τύραννε, στην Κύπρο αυτά που κάνεις
καλύτερα σου ήτανε, να πέσεις να ‘ποθάνεις.
Να πιάσεις το μπιστόλι σου, μόνος ν’ αυτοκτονήσεις
παρά Σημαία Ελληνική, να πιάσεις να ξεσκίσεις...
...Χάρντιγκ, είπες και καυχήθηκες, «στην Κύπρο σα θα πάω,
δεν θα ν’ αφήσω Κύπριο, μον’ όλους θα τσι φάω».
Μα ‘πεσες όξω δυστυχή, κι ότι ‘πες δεν θα γίνει
Θα πάθεις ότι έπαθε Χίτλερ και Μουσουλίνι»
(Χ. Χαβρές) καθώς και πλήθος μαντινάδων, όπως λέμε τα κρητικά δίστιχα, που τραγουδιούνται επιλογικά σε ριζίτικα και ρίμες, ως συνηθίζεται στην Κρήτη. Παραθέτομε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα:
«Τση Κύπρος τ’ άγια χώματα, όπου κι ανέν τα σκάψεις,
αίμα παλικαριών θα βρεις, κόκκαλα θα ξεθάψεις».
«Ή ματωμένη Λευτεριά, πετά -ψηλά και κρίνει
και στεφανώνει το Νησί, που πολεμά για κείνη.
«Το μυστικό τση Λευτεριάς, μον’ η Ελλάς το ξέρει
α δε σε δώσουν με καλό, σε παιρν’ ετσά που θέλει».
«Κύπρο, νάσαι περήφανη για τ’ άξια τα παιδιά σου
θώριε τα και καμάρωνε, να χαίρετ’ η καρδιά σου».
«Παρθένα Παναγία μου, πούχεις μεγάλη χάρη
ούλη την Κύπρο ελεύθερη, να τήνε δούμε πάλι».
«Την Κύπρο θα την πάρουμε, έστω και με το αίμα,
εβαρεθήκαμεν τα μπλιό, κουβέντες μα και πένα».
«Όσοι στη γη ‘χουν ανθρωπιά, ούλοι ‘ναι λυπημένοι,
γιατί αδικούν την Κύπρο μας, την πολυδοξασμένη».
Λεβέντες, οι λαϊκοί αυτοδίδακτοι οργανοπαίκτες, δεν παραλείπουν ανάμεσα στους χορούς και το κέφι, τότε που το συναίσθημα πλημμυρίζει, να βρουν τρόπο να θυμίσουν καϋμούς και πόθους κι όνειρα, για το Νησί:
«...Οι Έλληνες όλοι θλίβονται, βαθιά ‘ναι λυπημένοι
γιατί αδικούν την Κύπρο μας την πολυοποθημένη.
Στον πόλεμο ολ’ οι Σύμμαχοι τόχανε διαλαλήσει
Ελευθερία να δοθεί σ’ Ανατολή και Δύση.
Θέλουμε Κύπρο ελεύθερη, όπως την διαλαλούσαν
στους κάμπους και εις τα βουνά όταν επολεμούσαν....»
(Σπ. Μπραουδάκης)
αλλά και να προσωποποιούν την Κύπρο σε μια απαραίτητη συνομιλία της με την Κρήτη:
«Η Κύπρο κάνει μήνυμα και μπέμπει το στην Κρήτη
βοήθησέ μου αδερφή να σπάσω τα δεσμά μου,
στείλε τα παλικάρια σου, για να ελευθερώσου
‘που τη σκλαβιά που βρίσκομαι...» (Γ. Μαδεράκης)
ριζίτικο σύγχρονο ωραίο που με τις απαραίτητες μαντινάδες του Δερμιτζογιάννη από τη Σητεία, συμπληρώνεται ένα μουσικό πρόγραμμα, ένα «μάθημα», πάνω στο θέμα. Ας δούμε όμως και τα δίστιχα αυτά:
«Έχω δυο λόγια να σας πω, γιατί ορθό το βρίσκω
για τ’ άδικο που γίνεται στη σκλαβωμένη Κύπρο.
Η Κύπρος ειν’ Ελληνική, πολιτογραφημένη
και είναι κριμ’ απ’ το Θεό, να είναι σκλαβωμένη.
Εφάνηκ’ ο Αυγερινός και ξημερών’ η μέρα
που θ’ αναπνεύσει η Κύπρο μας, ελεύθερον αέρα»
(Δερμιτζογιάννης)
Ενθουσιώδη ηρωικά ξεσπάσματα που πληρώνουν τις ψυχές, γεμίζουν ενθουσιασμό τις καρδιές και δημιουργούν μένος πολεμικό, γέρων και νιων, ερματισμούς απαραίτητους για τις μεγάλες ώρες της αντρείας και της παλληκαριάς. Κι ολ’ αυτά συνδαυλίζουν μιαν επιθυμία ζωηρή, ένα όνειρο εθνικό, μια μεγάλην ώρα, την ώρα της αποκατάστασης του ταλαίπωρου Νησιού!
Τελευταία (2009) κυκλοφορήθηκαν από τον Δήμο Ακρωτηρίου - Χανιων τα πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου “για το Ριζίτικο Τραγούδι” που ειχε πραγματοποιηθεί τέλη Ιουλίου του 2003 στην εδρα του.
Στο συνέδριο αυτό είχαμε εισήγηση με θέμα “την σύγχρονη Λαϊκή Ποίηση στη Δυτική Κρήτη” (σ. 121-154).
Παραθέτομε (για συμπλήρωση του παραπάνω κειμένου μας) τις γραμμές που ακολουθούν:
Από πρόσφατα αποθησαυρίσματά μας, τα παρακάτω:
Ο χαρισματικός Σφακιανός και πηγαίος λαϊκός ποιητής Νικος Ψαρός, εμπνεύστηκε νεοριζίτικο από τα πάθη της Κύπρου και διερωτάται τι θ’ απογενεί:
«Παιδιά και πώς να διανεφτεί, παιδιά και πώς να διάξει
η Κύπρος η βαρειόμοιρη, η Κύπρος η καϋμένη,
π’ είκοσι χρόνους την πατεί ο σκύλλος ο Αττίλας...»
(χ/φό του)
ενώ ο Γιάννης Δημητρουλάκης ψάλλει:
«Είκοσι χρόνοι πορπατούν στην σκλαβωμένη Κύπρο
και χορτάριασαν οι γι’ αυλές και δεν χτυπούν καμπάνες,
δεν λουτρουγιούνται εκκλησιές και δε μεταλαβαίνουν,
σ’ Αμμόχωστο, Κερύνεια, εμαυροφορεθήκαν...»
(εφ. Χαν. Νέα, 10.3.1996, σ. 6)
Ο Μανόλης Πίτερης αφιερώνοντας τους στίχους του στη μαρτυρική Κύπρο, κάνει τις συγκρίσεις του:
«Δυο κόρες ζούσαν στη σκλαβιά κι’ μάνα πικραμένη,
η Κρήτη ζει ελεύθερη, μα η Κύπρο ματωμένη...» κ.λ.
(εφ. Ρεθ. Νέα, 23.11.02, σ. 8η)
κι ο ανώνυμος -τέλος- μαντιναδολόγος του Νησιού μας θα μπέψει στο ίδιο θέμα το μήνυμά του:
«Κύπρο δε θα ν’ αφήσουμε τον Τούρκο να σε πάρει,
μ’ αν πρέπει όλ’ οι Κρητικοί, θα ν’ έρθουμε φαντάροι!»
(Γ. Δημητρουλάκης, ό.π.)
Εδώ όμως σταματούμε για σήμερα. Σε επόμενη ευκαιρία θα παρουσιάσουμε και άλλο ενδιαφέρον σχετικό υλικό!

www.haniotika-nea.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου