Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Η Ανθομαλλούσα (Λαϊκό παραμύθι της Σούγιας Σελίνου)


Η Ανθομαλλούσα

Μια φορά κι έναν καιρό στην αρχαία Σύϊα, τη σημερινή Σούγια, ζούσε ένας άρχοντας με τη μονάκριβη θυγατέρα του. Τ’ όνομά της το ‘χανε ξεχάσει πια γιατί όλοι την ήξεραν και την φώναζαν Ανθομαλλούσα. Από μικρό κοριτσάκι στόλιζε τα μαλλιά της με λουλούδια, γιασεμιά και λεμονανθούς ή μανουσάκια ή χαμομήλια και κείνα ευωδιάζανε συνέχεια. Μα δεν ήταν μόνο τα ευωδιαστά της μαλλιά που μάγευαν τον κόσμο, ήταν κι η γλυκιά μιλιά της. Όταν τραγουδούσε όλοι σώπαιναν, την άκουγαν κι ο νους τους εταξίδευε.
Μεγάλωσε η Ανθομαλλούσα κι ο πατέρας της αποφάσισε να την παντρέψει. Αυτό ήταν μια εύκολη υπόθεση αφού όλοι οι νιοι της περιοχής μα και αρχοντόπουλα από μακριά είχαν ακουστά για την καλοσύνη και την ομορφιά της. Ευχαρίστως θα έκαναν τα πάντα για να κερδίσουν την καρδιά της και να γίνει γυναίκα τους.
Ο άρχοντας όμως σκέφτηκε πως με τα παντρολογήματα της κόρης του θα ήταν ευκαιρία να τακτοποιήσει και κάποια σημαντικά έργα για το καλό όλων των κατοίκων.Η αλήθεια είναι πως ο τόπος που ζούσανε ήταν όμορφος και εύφορος. Οι κάτοικοι αγαπούσανε τη γη τους, την καλλιεργούσανε και κείνη τους έδινε άφθονους και νόστιμους καρπούς.
Όμως κουβαλούσανε το πόσιμο νερό από μακριά και αυτό έφερνε κόπο και ταλαιπωρία στον κόσμο. Και όταν έπρεπε να πάνε στη γειτονική Έλυρο ο δρόμος ήταν κακοτράχαλος και δύσβατος. Είχε λοιπόν στο νου του να γίνει ένα μυλαύλακο για να φτάσει το πόσιμο νερό στην πλατεία του χωριού και να χαραχτεί κι ένας καινούριος δρόμος για την Έλυρο.
Σαν έφτασαν λοιπόν οι υποψήφιοι γαμπροί για την κόρη του εκείνος διάλεξε δυο αρχοντόπουλα που του φάνηκαν έξυπνα και προκομμένα. Τους ανακοίνωσε πως θα αναλάβει ο καθένας τους ένα έργο, ο ένας το μυλαύλακο και ο άλλος το δρόμο και όποιος τελειώσει πρώτος το έργο θα παντρευτεί την κόρη του.
Έτσι αποφάσισε ο άρχοντας, έτσι κι έγινε.
Ξεκίνησαν οι νέοι τα έργα και προσπαθούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη και την τέχνη για να τα ολοκληρώσουν μια ώρα αρχύτερα . Και πότε ο ένας έμοιαζε να είναι μπροστά πότε ο άλλος. Όλοι αγωνιούσαν για το ποιος θα προλάβει, ποιος θα πάρει την όμορφη κόρη. Μα η Ανθομαλλούσα είχε διαλέξει κιόλας το ένα αρχοντόπουλο και όλη μέρα κι όλη νύχτα παρακαλούσε την Παναγιά να τελειώσει πρώτος ο αγαπημένος της. Ήξερε πως δεν είχε δικαίωμα να ΄χει διαφορετική γνώμη απ’ αυτή του πατέρα της. Πέρασαν μέρες και νύχτες, πέρασαν μήνες και η αγωνία της μεγάλωνε όπως μεγάλωνε κι η αγάπη της για το νέο που είχε διαλέξει.
Μα δυστυχώς τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα ’θελε, ο αγαπημένος της άργησε, ο άλλος τέλειωσε πρώτος, άρα αυτός θα γινόταν ο σύζυγός της.
Η πίκρα της ήταν αβάσταχτη, δε το ’βαζε ο νους της πως θα παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπά.
Καλύτερα να φύγω, σκέφτηκε.
Περίμενε ως αργά τη νύχτα κι όταν όλοι αποκοιμήθηκαν πήρε το δρόμο για το γιαλό. Το μονοπάτι ήταν στενό και δύσβατο, κάθε τόσο σκουντουφλούσε στις πέτρες και στα χαλίκια Τα ρούχα της σκάλωναν στα κλαδιά και τα μαλλιά της μπερδευότανε στους θάμνους. Μα εκείνη στιγμή δε σταμάτησε, ούτε λεπτό δεν πισωγύρισε. Το φως του φεγγαριού τής έδειχνε το δρόμο, και λαμποκοπούσε ο δρόμος του πάνω στα νερά του Λυβικού πελάου. Έφτασε η Ανθομαλλούσα σ’ ένα μεγάλο βράχο που είχε μια απλωσιά, ένα πλάτωμα και στη μέση του μια γούβα. Τό ΄ξερε καλά αυτό το μέρος, από κει μαζεύανε κάθε καλοκαίρι το αλάτι. Ήταν επικίνδυνο σημείο και δεν την άφηναν να πλησιάζει γιατί τα βράχια ήταν ψηλά και απότομα κι ένα στραβοπάτημα ήταν αρκετό για να γκρεμιστείς στη θάλασσα. Κάθε φορά παρατηρούσε από μακριά πως δένανε τον κουβά μ’ ένα μακρύ σκοινί και το πετούσανε με προσοχή στη θάλασσα για να πάρουν το νερό. Ύστερα αδειάζανε το θαλασσινό νερό και σιγά σιγά γέμιζε η λακκούβα. Έτσι γινότανε η αλυκή. Μετά ερχότανε ο καυτός ήλιος εξάτμιζε το νερό και έμενε η αλμύρα της θάλασσας, το αλάτι, μέσα στο βράχο. Κι απόψε η μεγάλη αλυκιά ήταν γεμάτη με άσπρο κρυσταλλικό αλάτι.
Η Ανθομαλλούσα ξέμπλεξε όσα λουλούδια είχαν μείνει στα μαλλιά της και τ’ ακούμπησε στο χείλος της αλυκιάς. Πήρε στα χέρια της μια χούφτα απ’ το άσπρο αλάτι το μύρισε κι ύστερα το πέταξε πέρα μακριά προς τη μεριά της λαγκαδιάς λέγοντας: «πέρδικα πάρε τα κάλλη μου»
Πήρε δεύτερη χούφτα αλάτι το πέταξε κι αυτό πέρα μακριά στους θάμνους λέγοντας: « αηδόνι, χαλάλι σου η φωνή μου»
Πήρε και τρίτη χούφτα αλάτι, αυτό το πέταξε πέρα μακριά στα σκοτεινά νερά της θάλασσας λέγοντας: « και συ γαλάζια θάλασσα να, πάρε το κορμί μου». Ευθύς μετά έπεσε από την άκρη του γκρεμού στη θάλασσα και πνίγηκε. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας ακούστηκε ο παφλασμός στη θάλασσα, το γλυκολάλημα του αηδονιού, η περπατησιά της πέρδικας κι ύστερα όλα σώπασαν ξανά.
Λένε πως από τότε σε κείνη την αλυκιά της Σούγιας το αλάτι είναι ξεχωριστό, πεντακάθαρο και μυρωδάτο. Μυρίζει, λένε, σαν εκείνα τα λουλούδια που στόλιζαν τα μαλλιά της όμορφης μα άτυχης Ανθομαλλούσας.
Άλλοι πάλι λένε πως η θάλασσα λυπήθηκε τα νιάτα και την ομορφιά της και δεν την έπνιξε, την πήρε στην υγρή αγκαλιά της και έβαλε τα κύματα να την παρηγορήσουνε. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε γοργόνα και ζει σε μια θαλασσινή σπηλιά κάτω από τα μεγάλα βράχια. Τα βράδια βγαίνει στην ακρογιαλιά και τραγουδά παρέα με τα κύματα και με τ’ αστέρια τ’ ουρανού. Κι αν τότε τύχει και τη δει ή να την ακούσει κανένας άνθρωπος πάει, χάνει τα λογικά του.
Γι’ αυτό κι όσοι μένουνε στα γύρω χωριά τα βράδια του καλοκαιριού δε σιμώνουν σε κείνα τα βράχια μόνο μαζεύονται στις ασπρισμένες αυλές των σπιτιών και κει παρέα με τους βασιλικούς και τα σαμιαμίδια ιστορούνε τη ζωή της Ανθομαλλούσας. Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε η ιστορία της και τώρα την ξέρετε και σεις. Μα υπάρχουν πολλοί που δεν την ξέρουν ακόμα και περιμένουν να την μάθουν από εσάς!

Διασκευή : Τζιάκη Δέσποινα - Ιούλης 2005

πηγή:www.kandanos.eu

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου